Και όμως οι θλίψεις
Δεν ήρθαν από την Πανδώρα
Υπήρχαν, μέσα στην άβυσσο
Η αλήθεια είναι ότι
Εμείς αγαπήσαμε πιο πολύ από όλους τον εαυτό μας
Και έτσι πάσχουμε
Και μαζί μας
Πάσχει σήμερα η ανθρωπότητα
Ποιο δρόμο ν᾽ ακολουθήσω
Για ν᾽ ανέβω στον πύργο εκεί ψηλά
Της δικαιοσύνης τον ίσιο
Τη λοξή γυροβολιά
Ούτε η Γη, όπως σείσθηκε
Ούτε οι πέτρες που διερράγησαν
Ούτε του Ναού το καταπέτασμα
Ούτε των νεκρών η ανάσταση
Δεν έπεισαν τους άδικους
Έστησαν τα τριάκοντα αργύρια την τιμή του Τετιμημένου
Γι᾿ αυτό ο μέγας εκείνος Σοφός
Έλεγε να ακολουθήσεις την οδό της δικαιοσύνης
Εκείνη την ώρα
Μες της νυχτιάς την σιγαλιά
Λάλησε λυπητερά ένας Γκιώνης
Στο δένδρο πάνω απ᾿ το ερημοκλήσι
Θυμήθηκε πως άθελά του
Σκότωσε τον αδελφό του και έκλαιγε
Κι η μόνη του χαρά, η μετάνοια
Και τότε στο άκουσμά του
Θυμήθηκα αυτό που μου έλεγες με πόνοόταν σε ρωτούσα
Τι πρέπει ν᾿ αλλάξω μέσα μου, και μου απάντησες
Κι εσύ μ᾿ αγαπάς τόσο πολύ
Κι όμως δεν σκέφτηκες πως κάθε μέρα με πληγώνεις